Δεν έχει συνδεθεί ακόμα απόφαση από τη Διαύγεια σε αυτό το θέμα.
Ειδική συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου με μοναδικό θέμα τα προβλήματα λειτουργίας και το μέλλον του Γενικού Νοσοκομείου Χανίων. Παρευρίσκονται βουλευτές, ο αντιπεριφερειάρχης, δήμαρχοι όμορων δήμων, ο διοικητής του νοσοκομείου και εκπρόσωποι εργαζομένων, ιατρικού και δικηγορικού συλλόγου.
Κύρια ζητήματα:
Ο κ. Σημανδηράκης υπερασπίστηκε το δικαίωμα του Δημοτικού Συμβουλίου να θέτει ζητήματα υγείας βάσει της συνταγματικής αρχής της επικουρικότητας και εγγύτητας, και ανακοίνωσε συγκεκριμένα μέτρα στήριξης: μείωση δημοτικών τελών νοσοκομείου κατά 120.000 ευρώ ετησίως, δέσμευση για τον παιδικό σταθμό εφόσον δοθεί η εξουσιοδότηση παρέμβασης στο κτίριο, και πρόθεση ενίσχυσης υγειονομικών μετά την αλλαγή νομοθεσίας μέσω του τέλους ανθεκτικότητας. Παράλληλα, τόνισε ότι η Ελλάδα κινήθηκε αντίθετα από το ευρωπαϊκό μοντέλο ισχυρής αυτοδιοίκησης προς το επιτελικό κράτος, με αποτέλεσμα η τοπική αυτοδιοίκηση να μην έχει ούτε θεσμικό ούτε οικονομικό πλαίσιο για άμεση παρέμβαση. Για την κοινωνική κατοικία, χρειάζεται γενναίο χρηματοδοτικό εργαλείο από το κεντρικό κράτος καθώς ο Δήμος Χανίων χρειάζεται εκατοντάδες θέσεις, όχι μονάδες. Κλείνοντας, η σημερινή συζήτηση λειτούργησε ως μοχλός πολιτικής πίεσης μέσα από ένα δημοκρατικά εκλεγμένο όργανο.
Ο κ. Κουκιανάκης χαιρέτισε την πρωτοβουλία και υποστήριξε ότι είναι υποχρέωση του δημοτικού συμβουλίου να φέρνει τέτοια ζητήματα. Επισήμανε ότι με μισθούς 1.100-1.300 ευρώ και ενοίκια 600-800 ευρώ, κανείς δεν μπορεί να αποδεχθεί μια θέση, ενώ το κράτος πρέπει να δώσει λύσεις και χρηματοδοτικά εργαλεία αντί να μεταβιβάζει ευθύνες. Αναγνώρισε ότι οι εργαζόμενοι υπερβάλλουν εαυτόν, καλύπτοντας 36ωρες βάρδιες, αλλά κάποια στιγμή εξαντλούνται και φεύγουν.
Ο κ. Μαλανδράκης ζήτησε οριζόντιες λύσεις σε εθνικό επίπεδο για μισθούς, ανθυγιεινό επίδομα και στελέχωση, καθώς αυτά δεν μπορούν να λυθούν μόνο για το Νοσοκομείο Χανίων. Πρότεινε επίδομα εγκατάστασης βάσει στοιχείων ΕΛΣΤΑΤ για περιοχές με αποδεδειγμένα υψηλό κόστος διαβίωσης, αντίστοιχο με αυτό που λαμβάνουν οι δικαστές. Προειδοποίησε ότι δεν είναι λύση να φορτώνονται οι δήμοι με ευθύνες χωρίς πόρους, ενώ ανέφερε ότι το τέλος ανθεκτικότητας από το 2018 φτάνει κοντά στο ένα δισεκατομμύριο και πρέπει να αποδοθεί ανταποδοτικά στους δήμους.
Ο κ. Μπέας παρουσίασε αναλυτικά τα δεδομένα του νοσοκομείου, τονίζοντας ότι από 31 μόνιμους νοσηλευτές, 21 αρνήθηκαν τη θέση λόγω χαμηλών μισθών και στεγαστικής κρίσης, ενώ στον δεύτερο κύκλο 18 από 21 αρνήθηκαν εκ νέου. Ανέδειξε το «παράδοξο της Κρήτης»: η Κρήτη με 6,5% του πληθυσμού έχει 159% προσελεύσεις σε σχέση με τον πληθυσμό, με τρία νοσοκομεία στην πρώτη δεκάδα πανελλαδικά. Πέρυσι 8 από 11 προκηρύξεις γιατρών έμειναν άγονες, ενώ στο Βενιζέλειο καλύφθηκαν όλες — γεγονός που αποδίδει στην 24ωρη εφημερία και τον ιδιωτικό ανταγωνισμό που αποθαρρύνουν τους γιατρούς. Πρότεινε θεσμικά κίνητρα όπως αύξηση αδειών για κυκλικό ωράριο και συσχέτιση νοσοκομείων-σχολείων για τους σχολικούς νοσηλευτές. Στη δευτερολογία, υπογράμμισε ότι παρά τις ελλείψεις, τα χειρουργεία αυξήθηκαν 7% και ότι η κρίση αφορά συγκεκριμένες ειδικότητες, όχι οριζόντια.
Ο κ. Λουτσέτης διαφώνησε κάθετα με τη μεταφορά ευθύνης υγείας στην αυτοδιοίκηση, τονίζοντας ότι η υγεία πρέπει να είναι ενιαία, κρατική, δημόσια και δωρεάν, ανεξάρτητα από τις δυνατότητες κάθε δήμου. Κατήγγειλε ότι κάθε αρμοδιότητα που μεταφέρθηκε στους δήμους ήρθε χωρίς πόρους και οδήγησε σε ιδιωτικοποίηση. Πρότεινε τη δημιουργία Επιτροπής Δημόσιας Περιουσίας για καταγραφή και διεκδίκηση δημοσίων ακινήτων που αξιοποιούνται με όρους αγοράς. Αμφισβήτησε τη δήλωση του διοικητή ότι «ό,τι ζήτησε ο Υπουργός τα έδωσε», σχολιάζοντας ότι με SWOT ανάλυση την υγεία δεν θα τη φτιάξουμε — αυτό ταιριάζει σε ιδιωτικά νοσοκομεία, όχι στη δημόσια υγεία.
Ο κ. Γεωργακάκης περιέγραψε ότι από τις επτά χειρουργικές αίθουσες λειτουργούν μόνο τρεις λόγω έλλειψης νοσηλευτικού προσωπικού, ενώ κλειστά κρεβάτια εντατικής παραμένουν αναξιοποίητα. Κατήγγειλε ότι η 7η ΥΠΕ έδωσε στο Ηράκλειο ~50 νοσηλευτές ειδικότητας και στα Χανιά μόνο 4, ενώ οι νοσηλευτές φεύγουν ακόμα και στην εστίαση γιατί δεν αντέχουν τα 16ωρα χωρίς ρεπό. Ζήτησε τη λειτουργία παιδικού σταθμού στο νοσοκομείο ως τεράστιο κίνητρο παραμονής και πρότεινε εισαγωγή κριτηρίου εντοπιότητας στις προκηρύξεις νοσηλευτικού προσωπικού.
Η κα. Πετράκη ανέφερε ότι το ΤΕΠ δέχεται περίπου 200 περιστατικά καθημερινά με 2 γιατρούς, ενώ οι παθολογικές κλινικές έχουν μείνει με 5 παθολόγους για ολόκληρο τον νομό και μέρος του Ρεθύμνου. Ένα μεγάλο ποσοστό γιατρών βρίσκεται στα πρόθυρα burnout, χωρίς δυνατότητα αδειών ή ρεπό. Ζήτησε αυξήσεις μισθών και μαζικές προκηρύξεις ως κεντρικά μέτρα, καθώς και δημιουργία κοινωνικών δομών και πολυϊατρείων από τον Δήμο για αποσυμφόρηση.
Ο κ. Καραβιτάκης εξέφρασε αρχικά επιφυλάξεις για τη συνεδρίαση, θεωρώντας ότι ο τίτλος «προβλήματα και μέλλον» καλλιεργεί ανασφάλεια στους πολίτες και πρότεινε ως εναλλακτικό τίτλο «Η τοπική αυτοδιοίκηση αρωγός στην εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου». Κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις: προκήρυξη μόνιμων θέσεων με χρηματοδότηση περιφέρειας και αυτοδιοίκησης, αδελφοποίηση κλινικών με πανεπιστημιακά ιδρύματα ως πόλο έλξης ειδικευομένων, και πίεση προς την κεντρική εξουσία για καλύτερες αμοιβές. Επισήμανε ότι ο νέος νόμος ιδιωτικού έργου ωθεί πολλούς συναδέλφους «με το ένα πόδι έξω».
Ο κ. Πολάκης υπερασπίστηκε τον ρόλο της αυτοδιοίκησης στην υγεία, αναφέροντας ότι ως δήμαρχος Σφακίων έφτιαξε κέντρο υγείας με εθελοντική εργασία. Παρουσίασε στοιχεία: επί ΣΥΡΙΖΑ παραλάβαμε 140 γιατρούς, παραδώσαμε 170 και 200+ αύξηση προσωπικού μέσα στα μνημόνια, ενώ τώρα 5.400 γιατροί έχουν φύγει στο εξωτερικό. Ζήτησε διπλασιασμό αμοιβών ιατρικού προσωπικού και 40% αύξηση στο υπόλοιπο, κοστολογώντας το σε 1 δις ευρώ, χρηματοδοτούμενο μέσω φορολόγησης μερισμάτων και υπερπλεονάσματος. Κατήγγειλε ότι το ιδιωτικό έργο εντός και εκτός νοσοκομείου υπονομεύει το ΕΣΥ και ότι οι κυβερνητικοί βουλευτές απουσίαζαν.
Ο κ. Καλογερής αναγνώρισε ότι τα προβλήματα είναι γνωστά και ότι η περιφέρεια κάνει ό,τι μπορεί, αναφέροντας ενεργειακή αναβάθμιση νοσοκομείου ~5 εκατ. ευρώ και 2,3 εκατ. για εξοπλισμό. Επισήμανε ότι οι πρωτοβάθμιοι φορείς υγείας δεν έχουν προχωρήσει όπως θα έπρεπε για να ανακουφίσουν το νοσοκομείο. Διαφώνησε με τον κ. Πολάκη, υποστηρίζοντας ότι δεν είναι κακό να ζητηθεί βοήθεια και από τον ιδιωτικό τομέα σε περιόδους κρίσης. Τόνισε ότι το νοσοκομείο αποτελεί μοναδική επιλογή για το 100% του πληθυσμού και ζήτησε πιο συγκεκριμένα αποτελέσματα στην επόμενη συζήτηση.
Η κα. Ορφανουδάκη τόνισε ότι μόνο γενναία μεταρρύθμιση πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας φροντίδας θα σώσει το ΕΣΥ. Πρότεινε σειρά κινήτρων: εφάπαξ bonus εγκατάστασης, δωρεάν εισιτήρια, πλήρη αποζημίωση εφημεριών χωρίς πλαφόν, rotation σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία, και 24ωρη λειτουργία Κέντρου Υγείας αστικού τύπου για αποσυμφόρηση των επειγόντων. Ζήτησε επίσης ασφάλεια εργαζομένων από λεκτικές και σωματικές επιθέσεις.
Ο κ. Κρασουδάκης ανέφερε ότι ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος ζητά διπλασιασμό αποδοχών γιατρών ΕΣΥ, κοστολογημένο στα ~600 εκατ. ετησίως μέσω φόρου καπνικών. Περιέγραψε πώς ο πρώην Υπουργός κ. Γεωργιάδης αποκάλεσε «κομμουνιστές» τους γιατρούς που ζήτησαν αυξήσεις σε επίσημο forum. Κατήγγειλε ότι οι εταιρείες τηλεδιάγνωσης πληρώνονται 10 φορές περισσότερα από μόνιμο γιατρό και ότι τα συστήματα που χρειάζονται ήρωες για να λειτουργήσουν είναι αποτυχημένα.
Η κα. Ξυδάκη τόνισε ότι η υποστελέχωση στο νοσηλευτικό προσωπικό είναι πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί και ότι το υψηλό κόστος στέγασης στα Χανιά αποτελεί σοβαρό αποτρεπτικό παράγοντα. Το Νοσοκομείο Χανίων έχει τα περισσότερα οφειλόμενα ρεπό και άδειες σε σχέση με τα άλλα νοσοκομεία και είναι το μοναδικό στην Κρήτη χωρίς παιδικό σταθμό. Υπάρχουν πολλές παραιτήσεις και ιδιότυπες άδειες για φυγή στο εξωτερικό, ακόμα και Χανιωτών νοσηλευτών.
Ο κ. Ντουκάκης ανέδειξε ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα νοσεί εξίσου: στα Χανιά υπάρχουν μόλις 8 γιατροί, οι ίδιοι από το 2017 που απλά άλλαξαν υπαλληλική σχέση από ΕΣΠΑ σε ΕΣΥ. Αγροτικοί γιατροί δεν πήγαν στο Βάμο γιατί δεν έβρισκαν σπίτι. Ανέφερε το παράδειγμα της Ρουμανίας όπου ο τριπλασιασμός μισθών γέμισε αμέσως το σύστημα και πρότεινε, μέχρι να αλλάξουν οι αμοιβές, επιδοματικά ημίμετρα για να κρατηθεί το σύστημα.
Ως γιατρός του νοσοκομείου και επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης, η απουσία των τριών κυβερνητικών βουλευτών ισοδυναμεί με το να γυρνούν την πλάτη στο νοσοκομείο. Το πρόβλημα είναι θέμα κυβερνητικής πολιτικής και απαιτεί διπλασιασμό μισθών γιατρών, νοσηλευτών και εργαζομένων στον χώρο της υγείας, αφού τα ημίμετρα (απογευματινά ιατρεία, κατάργηση αποκλειστικής απασχόλησης) δεν απέδωσαν. Ο ειδικευόμενος γιατρός στην Ελλάδα παίρνει 19.000€ ετησίως έναντι 72.000€ στην Ολλανδία και 80.000€ στη Γερμανία, ενώ ιδιώτες γιατροί εφημερεύουν στο νοσοκομείο με τριπλάσια αμοιβή και κόστος 160.000€ ετησίως. Κατέθεσε τρεις προτάσεις: αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του νοσοκομείου για κατοικίες εργαζομένων, δημιουργία βρεφονηπιακού σταθμού στον προαύλιο χώρο, και πλήρη μηδενισμό δημοτικών τελών και τελών ύδρευσης, όπως ήδη ισχύει σε νοσοκομεία Αγίου Νικολάου, Σητείας και Νεάπολης. Ο κόσμος εμπιστεύεται τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό και παραμένει στις λίστες αναμονής παρά τις τεράστιες καθυστερήσεις.
Η σημερινή κυβέρνηση επένδυσε 6 εκατομμύρια μέσω Ταμείου Ανάκαμψης για σύγχρονα ΤΕΠ και δεν έχει αρνηθεί καμία χρηματοδότηση που ζητήθηκε. Η δυσκολία προσέλκυσης νοσηλευτών οφείλεται στο υψηλό κόστος διαβίωσης, τη νησιωτικότητα αλλά και στη γενικότερη απαξίωση του δημόσιου τομέα και κρίση αξιών. Το πρόβλημα δεν θα λυθεί μόνο με χρήματα — χρειάζεται εξυγίανση του δημόσιου τομέα συνολικά, ενώ ο ιδιωτικός τομέας δεν εμποδίζει κατ' ανάγκη τη δημόσια υγεία. Ζήτησε σύμπνοια και συνοχή χωρίς ρητορική διχασμού, τονίζοντας ότι η κρίση στελέχωσης είναι πανευρωπαϊκή και ότι χώρες όπως η Ρουμανία χρειάστηκαν δεκαετίες λιτότητας πριν αντιστρέψουν τη φυγή εργατικού δυναμικού.
Παρά τις ελπίδες, η πολύωρη συζήτηση αφήνει μεγάλη απογοήτευση γιατί τα προβλήματα ήταν ήδη γνωστά. Το κράτος πρέπει να βάλει το χέρι στην τσέπη — χωρίς σοβαρές αμοιβές αντίστοιχες των υπηρεσιών που προσφέρουν γιατροί και νοσηλευτές, δεν μπορεί να υπάρξει λύση. Η τουριστική επιβάρυνση της περιοχής απαιτεί μέρος των εσόδων του τουρισμού να κατευθυνθεί στο νοσοκομείο. Ο Δικηγορικός Σύλλογος δηλώνει στο πλευρό του νοσοκομείου θεσμικά και ουσιαστικά, ενώ τα σύνθετα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν τμηματικά.
Τα προβλήματα του νοσοκομείου ξεπερνούν τις δυνατότητες τόσο της δημοτικής αρχής όσο και της διοίκησης — υπάρχει πολιτική εμμονή της κυβέρνησης να μη δώσει χρήματα στους γιατρούς του ΕΣΥ. Ενώ πέφτουν πολλά χρήματα σε υποδομές και ανακαινίσεις, δεν δίνονται λεφτά στους γιατρούς — ο ιδιώτης γιατρός που εφημερεύει πληρώνεται τριπλάσια από τον μόνιμο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, 5.400 γιατροί έφυγαν στο εξωτερικό την τελευταία πενταετία και ακόμα και αν τους δοθεί σπίτι, δεν θα γυρίσουν με τόσο χαμηλούς μισθούς.
Η ψυχική υγεία αντιμετωπίζεται ως «αόρατη» — δεν κλήθηκαν καν στη συνεδρίαση, ενώ ακόμα και η ΑΤΤΙΚΑ αρνήθηκε να δώσει έκπτωση στους εργαζόμενους ψυχικής υγείας. Η υποστελέχωση είναι τεράστια: σε λίγο θα μείνουν με δύο ψυχιάτρους και χωρίς παιδοψυχίατρο επί πενταετία, ενώ η κινητή μονάδα παρακολουθεί 400 οικογένειες σε όλο τον νομό. Οι νοσηλευτές κάνουν μονοβάρδια μόνοι τους τη νύχτα, υπάρχει σύμπτυξη δομών με έξι ανθρώπους να ζουν σε 120 τετραγωνικά, ενώ μέσα στο τρέχον έτος θα φύγουν δέκα εργαζόμενοι χωρίς να υπάρχουν προσλήψεις. Τα προβλήματα ψυχικής υγείας θα τα βλέπουμε σύντομα στον δρόμο.
Ως πρώην διοικητής του νοσοκομείου (2016-2019), κανένας γιατρός δεν παραιτήθηκε εκείνη την περίοδο παρά τις δύσκολες δημοσιονομικές συνθήκες — γιατί υπήρχε προοπτική. Γιατροί ήρθαν από Λονδίνο και Γερμανία και στήριξαν τη θωρακοχειρουργική, το αιμοδυναμικό και την πυρηνική ιατρική, γιατί έβλεπαν ότι κάτι κινείται. Οι χαμηλοί μισθοί δεν είναι το μόνο πρόβλημα — η κατάργηση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης ωθεί γιατρούς να παραιτηθούν και να κάνουν σύμβαση με τριπλάσια αμοιβή. Η βασική πρόταση είναι μία: πρέπει να αλλάξει η πολιτική στον τομέα της υγείας, ενώ επικουρικά οι δήμοι μπορούν να αξιοποιήσουν τη σχέση με τον νέο Μητροπολίτη για τον βρεφονηπιακό σταθμό και την περιουσία του νοσοκομείου.
Η φυγή γιατρών δεν είναι μόνο επιστημονική αλλά και οικονομική απώλεια — πόσα χρήματα επενδύθηκαν από κάθε οικογένεια για σπουδές. Το πρόβλημα είναι κατά 80-100% οικονομικό, αλλά δεν λύνεται γιατί ούτε τα οικονομικά είναι καλά, ούτε η προοπτική υπάρχει — σε αντίθεση με την περίοδο 2016-2019 που υπήρχε κάποια ελπίδα. Το ΕΣΥ έχει πάψει να είναι ελκυστικό για ιατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό προσωπικό, με φαύλο κύκλο υποστελέχωσης. Η νόθευση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης μεταβιβάζει την ευθύνη αύξησης αποδοχών στην προσωπική επιλογή του γιατρού, οδηγώντας σε επιπλέον οικονομική επιβάρυνση του πολίτη και αποδυνάμωση του νοσοκομείου. Ο Δήμος Χανίων πρέπει να εξαντλήσει κάθε περιθώριο ενίσχυσης.
Το ζήτημα των μισθών δεν είναι οικονομικό αλλά βαθιά ιδεολογικό — κάθε ευρώ που επενδύεται στους επαγγελματίες υγείας εξοικονομεί πολλαπλάσια μελλοντικά κόστη από παραμελημένη νοσηρότητα. Σήμερα στις παθολογικές κλινικές υπάρχει ένας παθολόγος και μισός για 61 νοσηλευόμενους, ενώ η Ελλάδα κατέχει πρωτιές στις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις λόγω κουρασμένου και ανεπαρκούς προσωπικού. Η κατάρρευση του ΕΣΥ είναι στοχευμένη — ο Υπουργός Υγείας προωθεί ανοιχτά την αγορά ασφαλειών υγείας ενώ ισχυρίζεται ότι έχει το καλύτερο ΕΣΥ. Το πρόβλημα δεν είναι τοπικό — κανένα επαρχιακό νοσοκομείο δεν έχει πλήρως στελεχωμένη παθολογική. Η κυβέρνηση δεν μπορεί να απεκδυθεί της ευθύνης και να τη μεταφέρει στον Δήμο, ενώ τα 7 δις για κοινωνική κατοικία πήγαν σε επιτόκια τραπεζών.
Ως πρώην μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του νοσοκομείου, κατάφερε να διασώσει ακίνητα της περιουσίας του νοσοκομείου που κινδύνευαν να εξανεμιστούν. Η κοινωνική κατοικία μόνη της δεν αρκεί — ένας γιατρός με ενάμιση χιλιάρικο δεν μπορεί να ζήσει ακόμα και με δωρεάν σπίτι. Η κεντρική πρόταση είναι να διεκδικηθεί ο χώρος των 120 στρεμμάτων του παλιού ψυχιατρείου από την ΕΤΑΒ για κοινωνικές κατοικίες, χωρίς να αποδεχτούμε ότι δόθηκε στο υπερταμείο. Εκεί μπορούν να γίνουν κάποια πράγματα ως αρχή, με κοινωνικά κριτήρια.
Η αποκάλυψη της πραγματικής κατάστασης δεν είναι κινδυνολογία — αντίθετα, είναι το μεγάλο κέρδος για τους πολίτες που παρακολούθησαν τη συζήτηση. Οι πολίτες πρέπει να ξέρουν τι συμβαίνει ώστε να ενώσουν τη φωνή τους σε κάθε κοινωνικό κίνημα που ζητά να σωθεί ό,τι μπορεί ακόμα να σωθεί, αντί να αφεθούν στον κοινωνικό αυτοματισμό και να τα βάλουν με τους υγειονομικούς.
Ο διπλασιασμός μισθών γιατρών και νοσηλευτών κοστίζει περίπου 1 δις, ενώ το κράτος δίνει 7 δις ετησίως για την άμυνα — μήπως κάποια στιγμή γίνει πόλεμος, ενώ κάθε μέρα πεθαίνουν άνθρωποι λόγω ελλιπούς περίθαλψης. Στα Χανιά υπάρχουν 3 ιδιωτικές κλινικές, 2-3 διαγνωστικά, κλινικές τεχνητού νεφρού που επιδοτούνται κρατικά αντί να φτιαχτούν δημόσιες δομές. Η τεχνική υπηρεσία του Δήμου έχει μόλις 35 άτομα για 170 σχολεία, πάρκα, δρόμους και βάζει 1,5 εκατομμύριο ετησίως από ίδιους πόρους — δεν μπορεί να αναλάβει και κοινωνικές κατοικίες. Οι κυβερνητικές αποφάσεις είναι κατά της αυτοδιοίκησης και δεν μπορούμε να συντηρήσουμε ούτε τα δικά μας.
Η κυβέρνηση δεν έχει δείξει δείγματα γραφής ότι έχει προτεραιότητα το ΕΣΥ σε έξι-εφτά χρόνια διακυβέρνησης — δίνει αυξήσεις και επιδόματα ενοικίου σε αστυνομικούς και μητροπολίτες, αλλά όχι στους υγειονομικούς. Τα βαρέα και ανθυγιεινά δεν έχουν δοθεί παρά τις υποσχέσεις μετά τον Covid. Οι ενεργειακές αναβαθμίσεις χρειάζονται, αλλά πρωτίστως πρέπει να στελεχωθεί το νοσοκομείο — δεν ωφελεί να φτιάχνεις δωμάτια χωρίς νοσηλευτές. Οι δήμοι πρέπει να βοηθούν επικουρικά και με πόρους, αλλά δεν πρέπει να γίνουν ο τελευταίος τροχός που σηκώνει όλα τα βάρη. Η λύση είναι πολιτική: αύξηση μισθών στον ευρωπαϊκό μέσο όρο και ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά.